Παχυσαρκία είναι η νόσος του ενεργειακού μεταβολισμού, η οποία χαρακτηρίζεται από παθολογικά αυξημένη συσσώρευση λίπους στο ανθρώπινο σώμα σαν αποτέλεσμα διαταραχής του ενεργειακού ισοζυγίου, της ισορροπίας δηλαδή μεταξύ της πρόληψης και της κατανάλωσης ενέργειας. Η παχυσαρκία (και ιδιαίτερα η κοιλιακή παχυσαρκία) σχετίζεται με πολλά νοσήματα και μεταβολικές διαταραχές, αυξημένη νοσηρότητα και θνητότητα.
Η παχυσαρκία αποτελεί σήμερα μια παγκόσμια επιδημία, εφόσον σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (ΠΟΥ) 1,6 δισεκατομμύριο άτομα άνω των 15 ετών είναι υπέρβαρα και 400 εκατομμύρια είναι παχύσαρκα, με πρόβλεψη το 2015 να φτάσουν τα 2,5 δισ. και τα 700 εκατ. αντίστοιχα. Ανάλογο είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η διεθνής κοινότητα σχετικά με την παιδική και την εφηβική παχυσαρκία.
Τα δεδομένα της παχυσαρκίας στην Ελλάδα
Σύμφωνα με την Πανελλήνια επιδημιολογική μελέτη που έγινε το 2003 από την Ελληνική Ιατρική Εταιρεία Παχυσαρκίας (ΕΙΕΠ) σε δείγμα 17.341 ενηλίκων και 18.055 παιδιών και εφήβων διαπιστώθηκε ότι το 21,9% των ενηλίκων ήταν παχύσαρκοι και το 57,1% υπέρβαροι. Ταυτόχρονα, παρατηρήθηκε συνεχής και σταθερή αύξηση της παιδικής και εφηβικής παχυσαρκίας σε ποσοστά που κυμαίνονται από 7,2% έως 20,7%.
Σχετικά με την ανησυχητική αύξηση της παιδικής παχυσαρκίας στην Ελλάδα, η ΕΙΕΠ και το Τμήμα Διατροφής και Διαιτολογίας του ΑΤΕΙ Θεσσαλονίκης χρηματοδότησαν το 2010-2011 το πρόγραμμα COSI του ΠΟΥ, που περιέλαβε συνολικά 150 σχολεία και 5.701 μαθητές ηλικίας 7-8 ετών (2ας Δημοτικού) και 9-10 ετών (4ης Δημοτικού). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στη 2α Δημοτικού οι υπέρβαροι αποτελούσαν το 23,03% και οι παχύσαρκοι το 13,65%, ενώ στην 4η Δημοτικού τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 28,87% και 13,42%. Και στις δύο ομάδες οι λιποβαρείς μαθητές αποτελούσαν μόνο το 3,78%.
Πώς γίνεται η εκτίμηση της παχυσαρκίας στους ενήλικες;
Ένας απλός τρόπος εκτίμησης της παχυσαρκίας είναι ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) που εκφράζει το πηλίκο του σωματικού βάρους σε κιλά (kg) προς το τετράγωνο τους ύψους σε μέτρα (m²). Ένα άτομο χαρακτηρίζεται λιποβαρές με ΔΜΣ <18,5, φυσιολογικό με 18,5-25,0, υπέρβαρο με 25-30 και παχύσαρκο με ΔΜΣ>30 (30-35 στάδιο I, 35-40 στάδιο II, >40 στάδιο III).
Για την ακριβή εκτίμηση του ΔΜΣ πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν και άλλοι παράγοντες όπως το φύλο και η ηλικία. Οι γυναίκες έχουν περισσότερο λίπος σε σχέση με τους άνδρες, που είναι αποθηκευμένο κυρίως στους γλουτούς, και οι ηλικιωμένοι υψηλότερο ΔΜΣ από ότι τα νεαρά άτομα. Μπορεί λοιπόν ο ΔΜΣ να είναι αριθμητικά ίδιος σε άνδρες και γυναίκες ή σε άτομα διαφορετικής ηλικίας αλλά να μην αντιπροσωπεύει υποχρεωτικά το ίδιο ποσοστό λίπους ή τον ίδιο βαθμό κινδύνου για πιθανές επιπλοκές. Παρόλα αυτά ο ΔΜΣ αποτελεί αξιόπιστο δείκτη εκτίμησης της παχυσαρκίας, ενώ όταν συνδυάζεται με την περίμετρο μέσης εκφράζει τη συγκέντρωση ενδοκοιλιακού λίπους και σχετίζεται με ποικίλου βαθμού μεταβολικές διαταραχές. Περίμετρος μέσης στους άνδρες >102 εκ και στη γυναίκα >88 εκ, αποτελεί ένα από τα κριτήρια διάγνωσης μεταβολικού συνδρόμου και σχετίζεται με την ανάπτυξη Σακχαρώδους Διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2) και αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Ο λιπώδης ιστός δεν αποτελεί απλά μια αποθήκη ενέργειας, αλλά συμβάλλει σημαντικά σε ένα ευρύ δίκτυο μηχανισμών ομοιοστασίας, με την παραγωγή διαφόρων ουσιών όπως πεπτιδικές ορμόνες και λιποκυτταροκίνες, που αυξάνουν σημαντικά στην παχυσαρκία. Έτσι συμβάλει στην ανάπτυξη χρόνιας φλεγμονής, αντίστασης των ιστών στην δράση της ινσουλίνης, δυσλιπιδαιμίας, αρτηριακής υπέρτασης, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 καθώς και αθηροσκλήρωσης που αποτελούν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη καρδιαγγειακής νόσου. Επίσης μπορεί να συνοδεύεται από υπνική άπνοια, αρθροπάθεια, διαταραχές της αναπαραγωγικής λειτουργίας καθώς και από ορισμένους τύπους καρκίνων (μαστού, ενδομητρίου, προστάτου, παχέoς εντέρου κ.ά.).
Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τη νόσο;
Για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας αλλά και των κινδύνων που προκύπτουν απ’ αυτήν απαιτείται ουσιαστική αλλαγή της διατροφικής συμπεριφοράς καθώς και αύξηση της σωματικής δραστηριότητας με συστηματική και καθημερινή άσκηση.
H φαρμακευτική υποστήριξη με σκευάσματα που χρησιμοποιήθηκαν κατά το παρελθόν, είναι πολύ περιορισμένη λόγω παρενεργειών κατά τη χρήση τους.
Τα τελευταία χρόνια η βαριατρική χειρουργική αποτελεί μια ουσιαστική θεραπευτική παρέμβαση στο πρόβλημα της νοσογόνου παχυσαρκίας και εφαρμόζεται σε άτομα υπερβολικά παχύσαρκα που ταυτόχρονα έχουν και δύο τουλάχιστον συνοσηρότητες.
Η βαριατρική χειρουργική απαιτεί τη συνεργασία ομάδας επιστημόνων αποτελούμενης από χειρουργό, ενδοκρινολόγο, ψυχολόγο και διατροφολόγο για την άριστη προετοιμασία αλλά και την καλή μετεγχειρητική πορεία του παχύσαρκου ασθενή.
Η παχυσαρκία λοιπόν σαν νοσολογική κατάσταση αποτελεί σήμερα μια πρωταρχική κρίση δημόσιας υγείας που καλείται να αντιμετωπίσει η παγκόσμια κοινότητα. Η συνεχής απόκτηση γνώσης σχετικά με την παχυσαρκία, την αιτιοπαθογένεια και τις επιπλοκές που τη συνοδεύουν θα βοηθήσει ουσιαστικά στην πρόληψη, αλλά και στην αποτελεσματική θεραπεία και θα συμβάλλει σημαντικά στην αντιμετώπιση αυτής της παγκόσμιας επιδημίας της σύγχρονης κοινωνίας.



