Μεταβολισμός καλείται το σύνολο των φυσικών και χημικών διεργασιών, οι οποίες διενεργούνται στο ανθρώπινο σώμα. Δηλαδή, είναι οι διεργασίες που επιτελούνται για τη διατήρηση στη ζωή, όπως η κυκλοφορία του αίματος, η αναπνοή, η παραγωγή ούρων, η πέψη των τροφών, η παραγωγή κοπράνων, καθώς και ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος κλπ. Επομένως, το σύνολο των επιμέρους λειτουργιών και διεργασιών του ανθρωπίνου, απαιτεί την παροχή ενέργειας, η οποία προσλαμβάνεται από την τροφή. Η συνήθης μονάδα ενέργειας που χρησιμοποιείται στο μεταβολισμό είναι η χιλιοθερμίδα με το συμβολισμό kcal.
Σύμφωνα με τα προηγούμενα, είναι εύκολα αντιληπτό ότι οποιαδήποτε μεταβολή στο σωματικό λίπος, το οποίο αντιπροσωπεύει τα ενεργειακά αποθέματα του ανθρωπίνου σώματος, θα ισούται με τη διαφορά μεταξύ της προσλαμβανόμενης και καταναλισκόμενης ενέργειας. Δηλαδή θα ισχύει και σε αυτή την περίπτωση, η βασική εξίσωση του ενεργειακού ισοζυγίου που είναι:
Μεταβολή του λιπώδους ιστού = Ενεργειακό Έσοδο – Ενεργειακό Έξοδο
Η παχυσαρκία ορίζεται ως η χρόνια νόσος του μεταβολισμού, η οποία χαρακτηρίζεται από παθολογικά αυξημένη εναπόθεση λίπους στο σώμα. Η παχυσαρκία λοιπόν είναι μία πάθηση όπου υπάρχει θετικό ενεργειακό ισοζύγιο και άρα αυξημένος ή αυξανόμενος λιπώδης ιστός. Επομένως για να αντιμετωπίσουμε σωστά και με επιτυχία την παχυσαρκία, θα πρέπει να κατανοήσουμε πλήρως τις λεπτομέρειες που αφορούν το δεύτερο σκέλος της εξίσωσης, δηλαδή την προσλαμβανόμενη και την καταναλισκόμενη ενέργεια.
Σε επιδημιολογικές μελέτες που έγιναν στις ΗΠΑ, ευρέθηκε ότι στα τελευταία 20 χρόνια η ημερήσια ενεργειακή πρόσληψη αυξήθηκε κατά 216 kcal/ημέρα για τους άνδρες και 112 kcal/ημέρα για τις γυναίκες, ενώ παράλληλα σημειώθηκε σημαντική αύξηση στη συχνότητα εμφάνισης παχυσαρκίας στον πληθυσμό των ΗΠΑ. Παράλληλα, άλλαξε ο τρόπος ζωής, αφού αυξήθηκαν οι ώρες καθιστικής εργασίας και διασκέδασης, οι μετακινήσεις με αυτοκίνητο, οι ώρες παρακολούθησης τηλεόρασης και συγχρόνως μειώθηκαν οι δυνατότητες άσκησης, όπως οι περίπατοι στα πάρκα, η χρήση ποδηλάτων κλπ.
Η ενέργεια που καταναλώνει ένα άτομο διαιρείται σε: α) στην ενέργεια που ξοδεύεται για τη διατήρηση στη ζωή, δηλαδή η ενέργεια που ξοδεύεται όταν το άτομο είναι κατακεκλιμένο, ξύπνιο και χωρίς να κάνει καμία δραστηριότητα και ονομάζεται μεταβολική δραστηριότητα ηρεμίας, β) στην ενέργεια που ξοδεύεται κατά και μετά τη σίτιση και γ) στην ενέργεια που ξοδεύεται με τη σωματική δραστηριότητα. Η μεταβολική δραστηριότητα ηρεμίας είναι το 65% έως το 75% του ημερήσιου ενεργειακού εξόδου, η εκ της σίτισης προερχόμενη ενεργειακή κατανάλωση είναι το 10% έως 15% της ημερήσιας καταναλισκόμενης ενέργειας και το υπόλοιπο 15% με 20% αποτελεί την ενέργεια που ξοδεύεται με τη σωματική δραστηριότητα. Καθίσταται φανερό λοιπόν, ότι η μεταβολική δραστηριότητα ηρεμίας είναι η σημαντικότερη ενεργειακή κατανάλωση, άρα στα πλαίσια προσδιορισμού ενός επιθυμητού ενεργειακού ισοζυγίου, είναι απαραίτητος ο σωστός προσδιορισμός της. Όμως, για να προσδιορισθεί η συνολική ημερήσια ενεργειακή κατανάλωση, θα πρέπει για άτομα που περνούν σχεδόν όλη την ημέρα τους καθιστά, να πολλαπλασιαστεί η μεταβολική δραστηριότητα ηρεμίας με το συντελεστή 1.27, εάν υπάρχουν σωματικές δραστηριότητες σε άτομο με καθιστική εργασία επί 1.40, εάν ασκεί βαρύτερη εργασία επί 1.55 και τέλος για τους βαριά εργαζόμενους χειρώνακτες επί 1.65 έως 1.75.
Πλήθος διαφορετικών παραγόντων και παθήσεων επηρεάζουν τη μεταβολική δραστηριότητα ηρεμίας. Οι παράγοντες αυτοί, συνοπτικά είναι το σωματικό βάρος, η ποιότητα και η ποσότητα του μυϊκού ιστού, το φύλο, η φυλή, η κληρονομικότητα, η ηλικία (κυρίως η εφηβεία και η τρίτη ηλικία), το κάπνισμα, η χρήση οινοπνευματωδών, ασπιρίνης και καφεΐνης, η εγκυμοσύνη, η γαλουχία, το επίπεδο της θυρεοειδικής λειτουργίας, η δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος, η απώλεια βάρους, το επίπεδο της σωματικής άσκησης και η ακινητοποίηση στο κρεβάτι. Ακολούθως, παθολογικές καταστάσεις που επιδρούν στη μεταβολική δραστηριότητα ηρεμίας είτε αυξάνοντάς την είτε μειώνοντάς την, είναι οι κακοήθειες, οι λοιμώξεις, τα ικανής έκτασης εγκαύματα, το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, η χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια, διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος, η κορτιζονοθεραπεία, ο αρρύθμιστος σακχαρώδης διαβήτης και πολλές άλλες σπανιότερα απαντώμενες.
Για τον υπολογισμό του ενεργειακού εσόδου, ο συνήθης τρόπος που χρησιμοποιείται στην καθημερινή κλινική πράξη είναι αυτός κατά τον οποίο τα τρόφιμα που χορηγούνται προς κατανάλωση ή που ήδη καταναλώθηκαν, υπολογίζονται από πίνακες ποιοτικής και ποσοτικής σύστασής τους. Είναι ένας τρόπος γρήγορος, ευέλικτος ο οποίος γίνεται εξαιρετικά χρήσιμος στην εξατομίκευση του υπό κατάρτιση ημερήσιου διαιτολογίου για συγκεκριμένο άτομο.
Επομένως, για τη διατήρηση ενός φυσιολογικού βάρους, το άτομο θα πρέπει να προσλαμβάνει με την τροφή τόση ενέργεια όση καταναλώνει την ημέρα και εάν έχει παραπάνω βάρος του επιθυμητού, για να το μειώσει θα πρέπει ή να τρώει λιγότερο από όσο ξοδεύει ή να ξοδεύει περισσότερο από όσο τρώει. Απώλεια βάρους χωρίς αρνητικό ενεργειακό ισοζύγιο δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί!



